
θέλω καιρό τώρα να κάτσω να γ ρ ά ψ ω. αλλά τι να πω και τι να πρωτοπώ; βασικά έχω καν κάτι ουσιώδες να πω ή αυτό θα είναι ένας εμετός αφελών και τριτογενών συλλογισμών που θ’ αναγκαστεί να σφουγγαρίσει κάποιος μ’ αηδία κι ετεροντροπή κλείνοντας τη μύτη του;
ίσως ν’ αρκεί τ’ ότι αισθάνομαι πως πρέπει να πάρουν σώμα οι σκέψεις για να τις πάω βόλτα. κάποιες για να τις μπουκετώσω.
θέλω να βάλω σκάλα και να τις κατεβάσω απ’το πατάρι, να τις απλώσω στο μπαλκόνι, να πάρω τον κόπανο και να τις χτυπήσω με νεύρο να μυρίσει ναφθαλίνη η γειτονιά. να τις ψάξω μία-μία, νήμα-το-νήμα για σκώρους και σκονισμένη ελπίδα. έχω λαχανιάσει να τις κουβαλάω ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα έρθει η εποχή τους.
πάντως κάθε τόσο περνάω μια βόλτα από εδώ στο τάμπλερ κι αισθάνομαι σα να'χω πάει διακοπές στο χωριό. σα να'χω γυρίσει από την παραλία, να'χω κάνει ντους και να’ χω σκαρφαλώσει την ξύλινη σκάλα του παταριού μ’ ένα μπολ φρεσκοπλυμμένες φράουλες.









